hu_small_navy.gif (1183 Byte)

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

 

Βλέπω την συγκρατημένη του ματιού αναπνοή

Πνιγμένη στου στήθους τη θλίψη

 

Δεν άγγιξα χέρι, ούτε αυτί.

Το βλέμμα μου γκρεμίζεται

Στα πόδια σου τσακίζεται.

 

Ποιο μανιώδες τσεκούρι σχίζει

 

 

Κεφάλι στήθος κορμί

                   

 

Από τα έντερα ξεγλιστρούν σκουλήκια                                      

 

                       

πάγο

                   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

σχίζει

 

 

στήθος κορμί

 

 

 

μιά κραυγή βουλιάζει στον

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

στήθος κορμί

 

 

 

 

ΝΕΡΑΙΔΕΣ

 

Γιατί δεν εκπλέετε,

Σας φοβίζουν οι πελαγίσιοι ουρλιασμένοι σκύλοι,

Που χωρίς δόντια απαιτούν και δαγκώνουν?

Στη στερεά το πέτρινο σπίτι

Μανταλωμένα παραθυρόφυλλα και δρύινες πόρτες

Θα ακρωτηριαστεί η δική σας ψυχή μεταξύ το ΕΡΤ 1   ΕΡΤ 2

Στο φλογερό γυαλό επιδιορθώνετε ψέματα,

Ενώ

            LOCKHEED

                        σας καταστρέφει τη φύση και

                                               GENERAL MOTORS

Το καρκίνωμα φουντώνει στη σάρκα την καθαρή από αιώνες

Νικώντας τρυπάν τα σκουλήκια και βδέλλες ρουφάν

Το φιλί απ' το χείλι.

 

Αιώνες πλέκουν οι πλούτοι μεσ΄ στο δικό τους δαφνοστέφανο

Μαστιγωμένα σώματα, που στις ερήμους διψάν.

Κάνουν στη θάλασσα ηδονικά το φριχτό τους λουτρό.

 

Υπάρχει εμπιστοσύνη ακόμα στων λαών πεθαμένο γελέκο?

Εμπιστοσύνη στ΄αγνότητα φτερών?

Μέσα στα μάτια καμάρι, ισχύς κ΄ονείρατα?

 

Φευ!   Εάν η νύχτα και η μούχλα

            περιτυλίγουν το Εγώ και των ανθρώπων τη λευτεριά...

Φευ!    Ρίξτε στο μπλε τ' ουρανού την αστραφτερή σας ζωή, που διάγει

            στου « δευτέρου κόσμου » τον αφρό!

 

Πισ΄ απ΄ τους σκύλους αναμένει στα βάθη

Το ον της νεραΐδας,

                        ο έρωτάς της λαμπρός και αθάνατος

 

 

 

 

ΕΛΠΙΔΑ

(για την Μ.)

 Το κρίνο το λευκό λάμπει στο πρόσωπο

Στεφανομένο κεφάλι με πένθιμ' αστέρια

Παρηγοριά μένει του σκύλου η άγρυπνη μαυρίλα,

Που θερμά λυγίζει στο ψάξιμο του χεριού.

 

Ακίνητος ρέει ο σταυρός ανάμεσα στις λεύκες

Στον ψίθυρο από τα καλαμιά χρόνιες χελώνες

Με άφωνα μάτια ενυφαίνει ο γρύφος

Της ελιάς τέσσερα κλαδιά στο μετάξινο φόρεμα.

 

Αποσκίο πράσινο χύνουν οι ψυχοσωτήριοι φίλοι

Οι βραχίονές τους σίδηρος και καλώδιο στο βορειότοιχο της καρδιάς,

Που σηκώθηκε πεινώντας για ήλιο

Μεταξύ σεληνόφωτων ουρανών και γήινου στήθου.

 

Οι ώρες τρέχουν διαμέσου του παραδείσου για αμύγδαλα,

Πορτοκάλια και κυδώνια, σκυφτά για τον οξύφωνο ήχο,

Από της γίδας το λαιμό και της χήνας την κραυγή

Όλοι θωπεύουν από τα χείλια τον ίδρωτα, τη δίψα.

 

Σιγανός κάτω από την σταυλόστεγη κινεί

Ο άνεμος γύρω την αιματηρή πληγή.

Η Εσπέρα δροσοβολώντας στο μέτωπο ακουμπά,

Που πυρώνει από περασμένη φωτιά.

 

Μαζεμένα τα πανιά με καταπνιγμένη αναπνοή,

Ριγμένα τα δίχτια στα βάθη του 'Συ

Και του Εγώ, γυρεύοντας για πέρλες και μαρμαίροντα ψάρια,

Για όλους τους βαθισμένους θησαυρούς.

 

Δάκρυα διακαίουν τη νύχτα, σπόρος

Βαλμένος από νιφάδες στον τρεμάμενο κόρφο

Φουσκώνει, ανοίγει, φυτρώνει μαργαριταρένια

Στην αγνή αθάνατη αυγή.

 

Οράματα ξανανιώνουν την ημέρα, κάτασπρα λόγια,

Πότε θρηνητικά, πότε γελασιά στο καρτερικό μυαλό,

Πάντα έτοιμο, πάντοτε έτοιμο να σφενδονίζει την ώδη

Ξαστερά στην απελπισία των ψυχών.

 

Άφθονα φοράν τα στάχια και βαριά

Στους κάρπους τούτου του καλοκαιριού, οι θεριστές περιμένουν

Με πονεμένα δρεπάνια — τα φτερά κυανά —.

 

 

 

 

 

I

Η ΥΔΡΑ

 

Λυπηρά και μεναξεδένια τραγουδάνε τα μάτια

Σαν Σειρήνες,

Ανάμεσα στην άσφαλτο και τη θάλασσα την τραυλή.

Το μυαλό συλλαμβάνουν κατεστραμμένο,

Την ψυχή τη σακάτισσα.

 

Γιατί δε μας τέρπει ο αιώνιος πόθος?

Ό,τι κατατρώει, δεν είν' η σκέψη,

Καταφαγωμένο ήταν και σκεπαστό από τη λέπρα

Του κρίνου το άσπρο λαμπρό.

Γιατί τέτοια σκόνη μεταξύ του Εσύ και Εσύ?

 

Ω, να ήταν βρύση από βάθος του βουνού το αίμα

Και προς τα κάτω να πηδούσε σαν κρύσταλλο

Με ήχο της άρπας στη τρεμάμενη αγκάλη.

 

Ω, να ήταν φως η σκοτεινή λαχτάρα,

Που ξαγρυπνάει τις νύχτες, γυμνή

Στη θύελλα από την άμμο μαστιγωμένη!

 

Ω, χύσε λάβα στην πατριαρχική την ύπαρξη,

Να γίνει καθαρή επιθυμία και γέλιο,

Που πηγάζει στην ανήσυχη καρδιά.

 

Ω, εξά....

εξάγνι...

εξάγνισέ μας!

 

 

 


II

 

Ο ΙΚΑΡΟΣ

 

Δε βρέθηκε στη ζωή τούτο που ζητήσαμε

Πάρα πολύ υψηλά ρίξαμε άγκιστρα, δίχτυα

 

Εκεί που άλλες αλήθειες και όνειρα

Τους κόσμους κυβερνούν

Χαμηλόφωνα η καμπανούλα ηχεί

 

Ψαράς, δόλωμα και συνάμα λεία,

Βαθιά στο φάρυγγα εμπήξαμε το καυτό, η ατσάλι

Κενά κουτιά ανασύραμε, και ξυλινά επιπλέουσα, φύκια

 

 

 

III

 

Η ΣΑΠΦΩ

 

Έλα επάνω μου

να σε δω,

να τα δω τα μάτια σου

καθαρά και μακρυά!

Προηγούμενη Σελίδα up επόμενη σελίδα