hu_small_navy.gif (1183 Byte)

MΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ

 

 

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

M.N. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ' αυτά πού 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμυνα.

 

G. Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλώμενη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μιά παλιά γκαρμπαρντίνα. Μπος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιό θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιό νευρική, ωα τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή και ωραία. Μ' αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σα να γίνεται κάτι αλλού - που μόνο αυτή τ' ακούει και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι ε κ ε ί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα. 

 

M.N. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μού 'λεγε "θυμάσαι;" Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί το βλέπω νύχτα. Ομώς τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν το περίμενα καθόλου. Έλεγα " μπα θα συνηθίσω". Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω  σαν τρελή. Αλλά φαίνεται, το παράκανα. Επειδή  - δεν ξέρω - κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραύγη. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει....

 

G. "Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν Μητροπολιτάδες"; -  έτσι μού 'λεγε. Και μιά φορά θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ' τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.

 

M.N. Έβλεπα τα μάτια του.¨Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες. 

 

G. Έβλεπα μιάν επιτύμβια στήλη. Μιά κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

 

M.N. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυό την ίδια πέτρα. Κοιταζόμασταν μες απ' την πέτρα.

 

G. Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

 

M.N. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.

 

G. Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δεν θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ -  δεν είσαι άξια! 

 

M.N. Ω, αν μ' αφήνανε, αν μ' αφήνανε.

 

G. Ποιός να σ' αφήσει;

 

M.N. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.

 

G. Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα κόβεται απ' τη σκιά του κι αλλού περπατά.

 

M.N. Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα...

 

G. Μά 'χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ' την πέτρα. Και μαζί μ' αυτήν και τ' όνομά της.

 

M.N. ΑΡΙΜΝΑ..... σα να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως....
ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ....

 

G. Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.

 

M.N. ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ....  έκει, πάνω σ' αυτό το ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.

 

G. Στ' όνειρό της φαίνεται θα τό' χε δει κι αυτό για ωα το θυμάται.

 

M.N. Στ' όνειρό μου, ναι. Σ' έναν ύπνο μεγάλο που θά' ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά. Θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπχς σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ' ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτλίζουν τα λουλούδια τους.

 

G. Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μιά-δω, μιά-κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι,    

 

M.N. Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικάτου κόσμου τούτου. Έχω πει την αγάπη "γιατί" και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ουτ' ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας και να τα λησμονήσουμε. Ποιός ακούει; Ποιός άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποιά είναι η χώρα σας; Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ' αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες. Και σ' αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα κι από κολύμπι...
Ροές της θάλασσας και σεις των άστρων μακρινές επιρροές - παρασταθείτε μου!

 

G. Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα
δαιμονικά του κόσμου τ' ανεξόρκιστα
κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα
στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!

 

M.N. Κι απ' τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

 

Προηγούμενη Σελίδα up επόμενη σελίδα