hu_small_navy.gif (1183 Byte)

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ

Είσοδος

 

ΚΑΠΟΤΕ ΔΕΝ

                                        Είναι παρά μιά λάμψη πίσω απ' τα βουνά - κει κατά το μέρος του πελάγου. Κάποτε πάλι ένας αέρας δυνατός που άξαφνα σταματάει όξο απ' τα λιμάνια. Κι όσοι νογούν, το μάτι τους βουρκώνει

 

Χρύσε ζωής αέρα γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

 

Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μιά μέρα, μιά στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα

 

Γιατί δε φτάνεις ως εμάς;

 

Είπα θα φύγω. Μ' ό,τι νά 'ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο· στην τσέπη μου έναν Οδηγό· τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιός είμαι.Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο

 

Χρυσέ ζωής αέρα.....

 

 

 

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ

[I-VII]

 

I

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ τη ζωή πού 'χασα, την ξανάβρηκα στα μάτια ενός νέου μοσχαριού που με κοίταζε μ' αφοσίωση. Κατάλαβα πως δεν είχα γεννηθεί στην τύχη. Βάλθηκα να σκαλίζω τις μέρες μου, ωα τις φέρνω άνω-κάτω, να ψάχνω. Ζητούσα να ψάυσω την ύλη των αισθημάτων. Ν' αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέσα στον κόσμο αυτόν, μιάν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει τα αίματα
- το άδικο - και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου αρέσουν.

Δύσκολο - αλλά πως να γίνει; Κάποτε νιώθω νά 'μαι τόσοι πολλοί που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιάς ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.

Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από τον χρόνο, τότε το παιχνίδι το έχασα.

 

 

II

 

ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ πού 'βγαινε από την άλλη, την πραγματική, ώπος τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτίνα τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε· τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση στα πράγματα να τ' απαλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα τ' Ακοίμιστα και την Ερημική
ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομ΄το εσπεριδοειδή που μυρίζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μά 'ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλος. Η κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.

 

 

III

 

ΛΟΙΠΟΝ ΤΡΙΓΥΡΙΖΑ μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λιγοσύνη της, πού 'λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέοει νά 'ναι από σκοπού το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες και τις ελιές μπρος το παράθυρο. Για να μπορεί μιά τέτοια αίσθηση βγαλμένη απ' το τετράγωνο του σανιδιού με τα λίγα ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να βγαίνει κατευθείαν στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντας τα ίσα, να προεχτείνεται μ' ένα μακάριο φως πάνω απ' τη θάλασσα εωσότου αποκαλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικο μεγαλείο.

Φοβούμαι να μιλάω μ' επιχειρήματα που μόνουν η άνοιξη δικαιωματικά διαθέτει· όμως την παρθενιά που πρεσβέυω έτσι την αντιλαμβάνομαι και μόνον έτσι τη φαντάζομαι να κρατάει τη μυστική της αρετή: μεταβάλλοντας σε άχρηστα όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να επινοήσουν οι άνθρωποι για τη συντήρηση και την ανανέωσή της.

 

IV

 

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ δεν την βρήκα τόσο στους αγρούς η, έστω, σ' έναν Μποττιτσέλλι όσο σε μιά μικρή Βαïφόρο κόκκινη. Έτσι και μιά μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μιά κεφάλι Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και της περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ΄ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μιά όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

 

 

V

 

ΘΕΛΩ ΝΑ' ΜΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΚΗΣ όσο και το λευκό πουκάμισο που φορώ· και ίσιος, παράλληλος με τις γραμές πόχουν τα ξοχόσπιτα κι οι περιστεριώνες, που δεν είναι καθόλου ίσιες κι ίσως γι' αυτό στέκουνε τόσο σίγουρα μες στην παλάμη του Θεού.

Τείνω μ' όλους μου τους πόρους προς ένα — πως να το πω; — περιστρεφόμενο, εκθαμβωτικό ε ύ . Από το πως δαγκώνω μέσα στο φρούτο έως το πως κοιτάζω απ' το παράθυρο, αισθάνομια να σχηματίζεται μιά ολόκληρη αλφαβήτα που πασχίζω να βάλω σ' ενέργεια με πρόθεση ν' αρμόσω λέξεις η φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ιάμβους και τετράμετρα. Που σημαίνει: να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύτερο κόσμο που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου. Μπορώ μάλιστα να φέρω μάρτυρες ένα σωρό ασήμαντα πράγματα: βότσαλα που τα ρίγωσαν οι τρικυμιές, ρυάκια μ' ένα κάτι παρήγορο στο κατράκυλητό τους, μυριστικά χορτάρια, λαγωνικά της αγιοσύνης μας. Μιά ολάκερη φιλολογία, οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι και υμνωδοί· μιά τέχνη, ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος: όλοι τους βρίσκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το λείο, το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

 

 

VI

 

Ω ΝΑΙ, ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ για νά' ναι πραγματικά υγιής — άσχετο σε τι αναφέρεται — πρέπει να αντέχει στο ΄θπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας νά 'ναι καλοκαίρι.

Λίγο, δυό — τρεις βαθμούς πιό χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαίνει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.

 

VII

 

ΧΕΙΛΙ ΠΙΚΡΟ που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!


Προηγούμενη Σελίδα up επόμενη σελίδα